Η αρχική λύση
Η γερμανική αστική τάξη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο είχε πάρει μισό μάθημα: για να πάρει τον έλεγχο της οικονομίας της Ευρώπης δεν αρκούσαν τα συμβατικά τεχνολογικά μέσα. Το αντικείμενο του πόθου της, οι εργάτες/στρατιώτες/επιστήμονες που παρήγαγε η τυπική εκπαίδευση (μοντέλο εισαγόμενο εκ της Γαλλίας), δεν ήταν αρκετά ιδεολογικοποιημένοι για να υλοποιήσουν τις φιλοδοξίες της. Εξάλλου, οι αντίζηλοί της μπορούσαν να κατασκευάζουν τον ίδιο τύπο ανθρώπου σε μεγαλύτερες ποσότητες.
Μόνο ένα νέο είδος, βαθύτερα ιδεολογικοποιημένης εκπαίδευσης, θα της έδινε το πλεονέκτημα. Ο πληθυσμός έπρεπε να επανεκπαιδευτεί σε λιγότερο από μισή γενιά πάνω σε αυστηρότερα ιδεολογικά πρότυπα από αυτά των ανταγωνιστών. Μια βιαστική και χοντροκομμένη συρραφή φασισμού και σοσιαλισμού κρίθηκε ως επαρκές ιδεολογικό κράμα. Έμενε να βρεθεί η τεχνική που θα εμφύτευε μια τόσο χοντροκομμένη ιδεολογία σε κρίσιμο ποσοστό του πληθυσμού δίχως βέβαια να σταματήσει η παραγωγή.
Η λύση βρέθηκε. Μια νέα εποχή ξεκινούσε. Οι μηχανές βγήκαν από τα εργοστάσια και ανέλαβαν ένα νέο ρόλο: να εισάγουν την μηχανική αποτελεσματικότητα στην εκπαίδευση. Ο αυτοματισμός της μηχανικής θα ολοκλήρωνε την συμπεριφορική εκπαίδευση παράγοντας ένα νέο είδος τεχνολογίας, το ανθρώπινο είδος.
Παλιές συνταγές σε νέα σκεύη
Αν επαναλαμβάνεις συστηματικά τo ίδιo ψέμα, στο τέλος οι άνθρωποι θα τo πιστέψουν.
Η συνταγή είναι απλή και απαράλλακτη από το 1930, όταν ο P. J. Goebbels – πρωτοπόρος της προπαγάνδας – αξιοποιώντας την τεχνολογία της εποχής του στο έπακρο, αφοσιώθηκε στο να «βομβαρδίζει» με φανταστικές ιστορίες τον γερμανικό λαό. Η κυνική αποτελεσματικότητα της συμπεριφορικής μεθόδου εξέπληξε ακόμα και τον ίδιο τον Γκαίμπελς.
Εκατό χρόνια μετά, οι χοντροκομμένες φανταστικές ιστορίες του (που δημοσίευε ξανά και ξανά) έχουν διεισδύσει τόσο βαθιά στο συλλογικό ασυνείδητο, που ακόμα κι όταν ο μέσος άνθρωπος αναγνωρίζει εύκολα πως ήταν αποκυήματα φαντασίας, δυσκολεύεται να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα. Και είναι ακόμα ικανές να εκπαιδεύουν συμπεριφορικά ανθρώπους κάνοντας τους πιο δεκτικούς στην παραπληροφόρηση. Μεταφέρονται από γενιά σε γενιά και παράγουν αμφιβολίες, καλλιεργώντας τον ναρκισσισμό και το μίσος.
Το «παράξενο» είναι πως η ίδια μεθοδολογία εξακολουθεί να είναι «ελκυστική». Για την ακρίβεια, δεν έπαψε να εφαρμόζεται από τότε που αποκαλύφθηκε η αποτελεσματική της στόχευση – τι κι αν γνωρίζουμε πως έναν αιώνα μετά δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε τα ψέματα που μας φορτώνει.
Στις μέρες μας ένα χοντροκομμένο ψέμα είναι πιο εύκολο να διαδοθεί σε όλο τον πλανήτη πιο γρήγορα από ποτέ. Η μαζική διαμεσολάβηση της τεχνολογίας δικτύων στην εργασία, την εκπαίδευση, την ενημέρωση και γενικά στο σύνολο της διαπροσωπικής επικοινωνίας καθιστά το σύνολο του πληθυσμού ακόμη πιο ευάλωτο σε κάθε είδους συμπεριφοριστικές μεθοδεύσεις. Τα παραδείγματα είναι άφθονα και δυστυχώς έχουμε εξοικειωθεί στο να ανεχόμαστε να ζούμε με τις καθημερινές τραγικές συνέπειές τους.
Ανακρίβειες, ασάφειες, ψεύδη, ακόμα και τερατολογίες εξαπλώνονται το ίδιο εύκολα όσο και αποτελεσματικά. Κι ακόμα και να αναχαιτιστούν, είναι πλέον αργά γιατί ήδη έχουν «κάνει την δουλειά τους» στην χειραγώγηση συναισθημάτων με συνέπεια την καταστροφή ανθρώπων, πληθυσμιακών ομάδων, αλλά κυρίως κάθε είδους κοινωνικής συνείδησης.
Η χρήση των δικτυακών υποδομών ως «το πιο οικονομικό» όπλο έχει απασχολήσει ολόκληρα στρατιωτικά επιτελεία που μπαίνουν στο σχιζοειδή ρόλο, να παράγουν από τη μία , και να αναχαιτίζουν από την άλλη είδη συμπεριφορικού πολέμου. Τελευταία πασχίζουν να ακολουθήσουν τις εξελίξεις μιας αγοράς που τους ξεπερνά σε αποτελεσματικότητα μέρα με την μέρα.
Οι καλοί αγωγοί έχουν μικρές αντιστάσεις
Η διάδοση χοντροκομμένης βλακείας πολλαπλασιάζεται εκθετικά από το βαθμό χωρητικότητας των δικτύων αλλά και από την εκπαίδευση των κόμβων που τα απαρτίζουν.
Όταν κάτι που μοιάζει με πληροφορία ξεπερνά την κρίσιμη χωρητικότητα ενός υποδικτύου, το πιθανότερο είναι να μεταδοθεί αφιλτράριστο στο επόμενο υποδίκτυο. Κι ενώ το κάθε υποδίκτυο μπορεί να διαθέτει έναν μηχανισμό ποιοτικού ελέγχου, αυτός δεν είναι ικανός να ανταγωνιστεί τον ρυθμό μετάδοσης. Στην περίπτωση κάθε είδους ψευδολογίας, η ενέργεια που απαιτείται για την ανάσχεσή της, ξεπερνά κατά πολύ την ενέργεια που απαιτείται για την αναμετάδοση.
Βλέπετε, οι κόμβοι των δικτύων είναι κατασκευασμένοι στην βάση της ταχείας παραγωγής ποσότητας ώστε να μπορούν να γεννούν υπεραξία από την ανούσια πληροφορία.
Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται: Πώς οι κόμβοι ενός δικτύου μπορούν να αντισταθούν στην συμπεριφοριστική χειραγώγηση όταν η ίδια τους η εκπαίδευση βασίζεται σε συμπεριφοριστικά πρότυπα;
Η δυναμική της εκπαίδευσης είναι κάτι που η αγορά είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς. Στο βαθμό που η εκπαίδευση υποβάλλει το είδος της παραγωγικής διαδικασίας, η αστική ιδεολογία όφειλε να ταυτίζεται με το εκπαιδευτικό παράδειγμα. Όφειλε όμως να ένα πάει και ένα βήμα παραπέρα. Και πήγε…
Η συμπεριφορική εκπαίδευση μέσω τεχνολογίας – εξειδικευμένης στην διαμεσολάβηση της επικοινωνίας – καθιερώθηκε ως εμπόρευμα. Η αξία τέτοιου είδους εμπορεύματος αποφέρει μυθικά κέρδη με δύο τρόπους. Τερματικές συσκευές προπαγάνδας από τη μία, και υπηρεσίες προπαγάνδας από την άλλη, σε πακέτα για κάθε είδος πορτοφολιού. Έναντι «μικρού αντιτίμου» η συμπεριφορική εκπαίδευση έγινε «νόμιμο» προϊόν με πελατολόγιο από ιδιώτες μέχρι κράτη για τη διεξαγωγή παντός είδους συμπεριφορικού πολέμου.
Οι τεχνολογικοί κολοσσοί της «πληροφορικής» λαμβάνουν βέβαια τη μερίδα του λέοντος από μια τέτοιου είδους αγορά καθώς είναι οι αποκλειστικοί κατασκευαστές εθιστικών μέσων τυποποίησης της «επικοινωνίας». Όσο βαθύτερος είναι ο εθισμός της κοινωνίας στην χρήση της τεχνολογικής διαμεσολάβησης, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτούν τέτοιου είδους «υπηρεσίες».
Οι δυνατότητες και τα όρια της τεχνολογίας εκπαίδευσης διαρκώς επεκτείνονται. Από το «κουτό» ραδιοφωνάκι φτάσαμε στον «έξυπνο» μικρό προσωπικό εκπαιδευτή χειρός για κάθε εκπαιδευόμενο. Κι ενώ ο εκπαιδευόμενος παράγει την ανούσια πληροφορία (ανούσια στο βαθμό που αυτή δεν επηρεάζει την οικονομική συνθήκη) η συμπεριφορά του περιορίζεται σε ρόλο χρήστη, δίχως να καταλαβαίνει πως στην ουσία εργάζεται αμισθί με το να εκπαιδεύεται. Στο φαντασιακό του νομίζει πως τον παρακολουθούν ή πως ό,τι λέει και κάνει μέσω της διαμεσολαβημένης επικοινωνίας είναι «εν δυνάμει» σημαίνον.
Μα ούτε κι αυτό ήταν αρκετό. Το συμπεριφορικό μοντέλο όφειλε να εξελιχθεί περαιτέρω.
Νευρωνικά δίκτυα προβλέπουν… με λίγη βοήθεια από τους φίλους τους
Η θεωρία πίσω από την τεχνική της «εκπαίδευσης νευρωνικών δικτύων» δεν είναι κάτι το καινούργιο. Από το 1970 χρησιμοποιείται ως μοντέλο για την εξερεύνηση της «μαθησιακής ικανότητας» ενός δικτύου: Μέσω της επαναλαμβανόμενης διανυσματικής διόρθωσης των κόμβων, θα μπορούσαμε να μετατρέψουμε «κάτι που μοιάζει με ένα απλό νευρωνικό δίκτυο» σε κάτι που «ομοιάζει προς ένα κύκλωμα σύνθετων υπολογισμών πρόβλεψης». Η διαδικασία μετατροπής ονομάστηκε «εκπαίδευση του δικτύου» ενώ παραμένει μια «τεχνική προσέγγιση», παρά μια επιστημονική μεθοδολογία. Κατά το στάδιο της εξόδου παράγει ποσοστιαίες εμπειρικές ενδείξεις, σύμφωνες με τα πρότυπα «εκπαίδευσης» και σε καμία περίπτωση θεωρητικές διαβεβαιώσεις (βλ. S. Wolfram). Ακόμα δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν αυτό το θεωρητικό μοντέλο αντιστοιχεί σε κάποιο βαθμό στη λειτουργία των φυσικών νευρώνων. Η τεχνική αυτή για πολλά χρόνια χρησιμοποιήθηκε ως ένα υπόδειγμα εφαρμοσμένων μαθηματικών που εισάγει φοιτητές στην πολυπλοκότητα των νευρωνικών δικτύων.
Οι πειραματισμοί στο εργαστήριο με τέτοιου είδους «εκπαιδεύσιμα» κυκλώματα ήταν κάτι απλό αλλά όχι και κάτι οικονομικό. Για πολλές δεκαετίες δεν αναπτύχθηκαν εμπορικές εφαρμογές τέτοιων κυκλωμάτων για δύο λόγους. Η προβλεπτική τους αξία ήταν υποδεέστερη σε σχέση με άλλες μεθόδους και οι παράλληλοι διανυσματικοί υπολογισμοί ήταν εξαιρετικά κοστοβόροι. Αυτό δεν έχει αλλάξει από το 1970… η κοινωνική συνθήκη είναι αυτή που μετατοπίστηκε.
Πενήντα χρόνια μετά, ο πλανήτης έχει «πλημμυρίσει» με κυκλώματα παράλληλων διανυσματικών υπολογισμών (προσομοιώσεις μιγαδικών πράξεων με ακεραίους). Τόσα πολλά, που χρειαζόμαστε επειγόντως περισσότερα! Οι εξειδικευμένοι σε παράλληλους διανυσματικούς υπολογισμούς μικροεπεξεργαστές χρησιμοποιούνται επικουρικά σχεδόν σε όλες τις υπολογιστικές μηχανές, αναγνωρίσιμοι στο ευρύ κοινό από την εμπορική ονομασία «κάρτες γραφικών». Βλέπετε, οι ενεργοβόρες διανυσματικές πράξεις (μέσω μιγαδικών ισοδύναμων μετατροπών) είναι ένα «αναγκαίο κακό»… Από τη μία, στο προσκήνιο, αυτές κατασκευάζουν τα «γραφικά» που κρύβουν τους «άχαρους» αλγόριθμους, προσφέροντας αντί αυτών ένα «φιλικό» γραφικό περιβάλλον για τους εκπαιδευόμενους – η τυπική εκπαίδευση έχει φροντίσει ώστε η λέξη αλγόριθμός να παραπέμπει σε κάποιον αόριστο πόνο στην κοιλιακή χώρα. Από την άλλη, στο παρασκήνιο, πάνω σε διανυσματικές πράξεις βασίζεται η ιδεολογικοποιημένη εκδοχή της οικονομίας που μέσω της κρυπτογραφίας απομονώνει το εικονικό κεφάλαιο από την αγορά.
Κάθε μεγάλη πλημμύρα όμως… φέρνει και νέα προβλήματα. Τα ζητούμενα ήταν δύο: 1. Πώς θα αξιοποιήσουμε όλους αυτούς τους διανυσματικούς επεξεργαστές που δεν παράγουν τόσο μεγάλη αξία όταν συνθέτουν γραφικά – σε σχέση με αυτή που παράγουν για την απομόνωση του κεφαλαίου. 2. Πώς θα δικαιολογήσουμε τη δυσανάλογη ενέργεια που καταναλώνουν όταν το μεγαλύτερο μέρος του εκπαιδευμένου πληθυσμού αγνοεί τον ρόλο τους;
Το πιο εύκολο είναι να βάζουμε τέτοιου είδους προβλήματα κάτω από το χαλί οπότε έπρεπε να βρούμε το «τι» θα έπαιζε τον ρόλο του χαλιού. Και κανείς δεν ξέρει καλύτερα τα χάλια του από τον νοικοκύρη, που στην προκειμένη περίπτωση είναι οι εταιρίες πληροφορικής:
Η λύση ήταν εύκολη και απλή! Σε μια επίδειξη ευκαμψίας που θα ζήλευε και ο Χουντίνι, η «τεχνική της εκπαίδευσης των νευρωνικών δικτύων» εμφανίστηκε στη σκηνή ως «από μηχανής θεός». Το νέο όνομα αυτής «τεχνητή νοημοσύνη»! Οι εταιρίες πληροφορικής την έβγαλαν από το ντουλάπι, την ξεσκόνισαν λίγο, και βάλθηκαν να γράφουν αλγόριθμους που προσομοιώνουν εκπαιδευμένα διανυσματικά δίκτυα.
Έτσι, και οι διανυσματικοί μικροεπεξεργαστές θα ανακτούσαν την χαμένη τους αξία (δε θα ήταν ένα αντικοινωνικό ενεργειακό βαμπίρ), και το συμπεριφορικό παράδειγμα εκπαίδευσης θα αναδιπλωνόταν σε νέο ιστορικό επιτυχίας.
Με λίγη προσπάθεια, η αμφίβολου ποιότητος προβλεπτική αξία μιας αλγοριθμικής προσομοίωσης μέσων τιμών από εμπειρικά δεδομένα, θα μπορούσε να επανα-προωθηθεί, ως ανώτερης ποιότητος ανούσια πληροφορία, πίσω στα δίκτυα που παράγουν απλή ανούσια πληροφορία. Τα άχρηστα δεδομένα που παράγουν οι χρήστες ως κατάλοιπο της εκπαίδευσής τους από τις συσκευές (οι διάλογοι, οι φωτογραφίες, τα βίντεο, τα κείμενα των εφημερίδων, οι επιστημονικές δημοσιεύσεις) θα μπορούσαν να ξανα-σερβιριστούν στην αγορά ως προβλέψεις μέσων όρων.
Οπότε, για να δικαιολογήσουμε την ασύδοτη χρήση των διανυσματικών επεξεργαστών, για την οικονομία εικονικού χρήματος και την διαμεσολάβηση της επικοινωνίας, θα κατασκευάσουμε μοντέλα πρόβλεψης για τα κατάλοιπα που παράγουμε. Οκέι;
Αν βέβαια το παρουσιάζαμε έτσι, ακόμα και τα παιδιά θα γυρίζαν και θα μας έλεγαν: «Ρε, γκριζαρισμένοι γερο-γάιδαροι της Σίλικον Βάλεϊ, το ‘χετε χάσει τελείως; Ευτυχώς που έχουμε εκπαιδεύσει τους νέους να μην διαβάζουν μακροσκελή και κουραστικά κείμενα.
Ο ψυχαναγκασμός έχει βαρέσει κόκκινο. Κουράστηκα με τις τεχνικές λεπτομέρειες. Σαν πολύ στα σοβαρά έχω πάρει την ενημερωτική αξία του παρόντος κείμενου… Οπότε θα συνεχίσω με την υπόθεση πως αυτά τα γνωρίζουν όλοι για να νοιώθω πιο άνετα.
Εξειδικευμένοι δορυφόροι με πτυχίο γενικής αμάθειας
Πώς μέσα σε μια νύχτα βαφτίστηκαν οι συμπεριφοριστικοί αλγόριθμοι τεχνητή νοημοσύνη; Στον ισχυρισμό των εταιριών πως έχουν «αναλάβει την έρευνα για ΤΝ» δεν ακούμε κάποιον να αντιτείνει: «το να εφαρμόζεται μια τεχνογνωσία με σκοπό την παραγωγή εμπορεύματος δεν συνιστά έρευνα».
Χρησιμοποιώντας μια έντεχνη γλωσσική ντρίπλα οι συμπεριφοριστές της αγοράς, συστηματικά επιβάλλουν τους προβλεπτικούς τους αλγορίθμους κοινής λογικής ως «νοημοσύνη». Οι ίδιοι κουτοπόνηροι προβλεπτικοί αλγόριθμοι που «τρέχαμε» και πριν, τώρα περνάν μέσα από κάτι φανταστικά κυκλώματα – καταναλώνοντας περισσότερη ενέργεια – και τσουπ{!} οφείλουμε να τους αποκαλούμε νοημοσύνη!
Είναι κατανοητό οι έμποροι να μην ξέρουν τι κάνουν. Οι κρίσιμοι κοινωνικοί φορείς που αναπαράγουν τη φανταστική ορολογία τι ρόλο παίζουν στην αφήγηση;
Αφελείς «τοποθετήσεις» για την «τεχνητή νοημοσύνη» ξεπετάγονται σαν τα μανιτάρια και αναπαράγονται αυτόματα. Ειδικοί της πλάκας, άσχετοι με φιλοσοφία, γλωσσολογία και μαθηματικά, καλούνται να στολίσουν με άστοχα σχόλια ένα στοχευμένο μοντάζ λέξεων. Ένας μικρός στρατός από εξειδικευμένους άσχετους, σπέρνει καθημερινά και συστηματικά την αμφιβολία: «η τεχνητή νοημοσύνη ίσως να είναι κάτι πέρα από μια εμπορική ονομασία». Είναι δε τόσο ελλιπής η θεωρητική κατάρτισή τους, που η εικονική επιστημονική νηφαλιότητα που επαγγέλονται, όχι μόνο δεν αναχαιτίζει την γενική υστερία αλλά την πολλαπλασιάζει. Οι ίδιοι δεν έχουν ιδέα τι ρόλο παίζουν στην αποκρυστάλλωση του θρησκευτικού φανατισμού σε τεχνολογικό ολοκληρωτισμό. Ενισχύουν τη γενική αμάθεια που πολώνει την ανθρωπότητα σε τεχνοφοβία και τεχνολατρεία.
Η τεχνολογία της αναδίπλωσης
Όταν τα καθημερινά πληροφοριακά γεύματα συνοδεύονται από «κατιτίς τεχνητής νοημοσύνης», τότε μπορούμε με σιγουριά να μιλάμε για μια συμπεριφοριστική καμπάνια παραπληροφόρησης. Το αξιοσημείωτο είναι πως δεν χρειάζεται πλέον κάποιο από τα δισέγγονα του Γκαίμπελς για να «τρέχει» τις καθημερινές λεπτομέρειες της καμπάνιας. Οι εξειδικευμένοι «ειδήμονες» και η συμπεριφορική κραταιά εκπαίδευση, έχουν φροντίσει ώστε επιστημονικοφανείς ασάφειες να αναπαράγονται τόσο αυτόματα όσο διαδίδονται. Ανοικτές συσκευές και κλειστοί άνθρωποι συμπληρώνουν τα κενά.
Η έρευνα κουτσά-στραβά προς την εξερεύνηση της λειτουργίας του εγκεφάλου, είναι ένα κρίσιμο σημείο καμπής στην ιστορία της φιλοσοφίας. Ίσως, αν την αφήσουμε να προχωρήσει, να ελαφρύνει την πολιτιστική κληρονομιά που μας αποσυνδέει. Αυτό δε θα γίνει ποτέ, όσο αφήνουμε την αγορά να φυτεύει φανταστικές «τεχνητές νοημοσύνες» μέσα στο κεφάλι μιας κοινωνίας που δεν ξέρει ούτε τι κάνει, ούτε που πάει.