Τι διαφορά έχει το να είναι κάποιος τρελός από το να γνωρίζει πως είναι τρελός;
Λογικά καμία. Φιλοσοφικά (μεταφυσικά μιλώντας) η διαφορά είναι μεν αγεφύρωτη, αλλά την ίδια στιγμή είναι και πηγή της αρχέγονης απορίας (που διακρίνει την κοσμική σκέψη από την κοινωνική).
Ας ξεκινήσουμε από μια ειδική μορφή “τρέλας” που έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε εύκολα: το να γνωρίζει κάποιος πως γνωρίζει οτιδήποτε είναι σχιζοειδές. Στο σημείο αυτό ίσως χρειάζεται να γίνουμε σχολαστικοί, μεσαιωνικά σχολαστικοί. Ίσως και όχι. Ας αρκεστούμε να πούμε πως το σχίσμα διαπερνά περισσότερα από ένα είδη διττότητας (διττή τροπικότητα του ενός): ουσία και νόηση, σημαίνον και σημαινόμενο, συνείδηση και υλική υπόσταση… και πάει λέγοντας…
Στην περίπτωση που το ίδιο “γνωρίζει” είναι “είναι τρελός”, η πλάνη βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση εφόσον δεχόμαστε ότι η πρόταση έχει περιγραφικό και όχι πληροφοριακό χαρακτήρα.
Από την άλλη όμως, φιλοσοφικά, το να αναγνωρίζει κάποιος πώς είναι τρελός, δηλαδή με ποιον τρόπο ακριβώς, όχι μόνο δεν θεωρείται παραλήρημα, αλλά αντιθέτως μια διαφωτιστική ενέργεια! Τι έγινε εδώ; Άλλαξε ο τόνος. Το τροπικό πώς αντικατέστησε το αναφορικό πως. Και ως εκ θαύματος, προέκυψε μια άλλη, δυναμική εικόνα, η οποία στο κατάλληλο περιβάλλον θα μπορούσε να παρατηρεί την ίδια την πληροφορία, την ουσία της τρέλας, δίχως να τη γνωρίζει.
Το να γνωρίζει κάποιος με ποιον τρόπο είναι τρελός δεν τον καθιστά, ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο, τρελό. Τουναντίον, πυροδοτεί ένα λογικό παράδοξο που μας φέρνει αντιμέτωπους με τα όρια της γλώσσας και της ανθρωπικής τροπικότητας. Εκεί ακριβώς αναδύεται μια νέα εικόνα που δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα.
Η αλήθεια είναι τόσο κοντά στην τρέλα που ίσως να είναι πιο οικονομικό το να μιλάμε μόνο για τρέλα. Από τη στιγμή που αποκολλήθηκαν οι δύο έννοιες, γεννηθήκαμε σε έναν άλλο κόσμο ή τον κόσμο του άλλου. Ας εμμείνουμε όμως στην τρέλα που είναι και το ζητούμενο.
Μέχρι τώρα απολαύσαμε τρεις τύπους τρέλας. Αυτή του υποκειμένου ως γνώστη. Αυτή του αντικειμένου (αυτό για το οποίο γίνεται λόγος). Και τέλος, της τρέλας καθεαυτής, ούσας και απούσας δομικά, εκεί έξω, στα γνωστά και ειρημένα.
Θα ήταν τρελό να σταματήσουμε εδώ και να χάσουμε τον τέταρτο τύπο. Έναν τύπο που βγάζει μάτι, τόσο πολύ, που είναι αόρατος! Ε, λοιπόν, να και ο τέταρτος τύπος: Και οι τρεις παραπάνω τύποι ισχύουν ταυτόχρονα. Μη σας ξεγελάει! Δεν είναι το ίδιο. Όταν συνδυάζονται και τα τρία, μπορεί μεν να μην παράγεται ένας νέος τύπος τρέλας, αλλά αναπαράγεται ένας τύπος που δεν παράχθηκε ποτέ. Μη σας φαίνεται τρελό. Είναι κάτι που, κανονικά, θα έπρεπε να είχαμε διαπιστώσει πρώτο, κι όμως το βλέπουμε τελευταίο γιατί είμαστε εμείς οι τρελοί!
Η τρέλα, λοιπόν, του αναγνώστη, με τη μορφή της τύφλωσής του στο προφανές είναι ο αρχικός τύπος κι όχι ο τελευταίος. Αυτό που διαβάζει, κι ενώ το ίδιο αναπαράγει, το ίδιο αποκαλεί τον εαυτό του εξωφρενικό κι ακατανόητο. Αυτό που αναδύεται λίγο πριν το κείμενο καταπιεί τον εαυτό του. Αυτό που εκθέτει και παρατηρεί όλους τους άλλους σαν καλή μήτρα, σαν μαμή. Αυτό που αναπαράγει δίχως να παράγει. Η αρχική συμμετρία: Μην αλλάξετε τίποτα, μοναχά αναπαράγετε. Όταν λοιπόν η τρέλα αναπαράγεται τίποτα δεν παράγεται εκτός από τρέλα! Εξωφρενικό; Ίσως όχι και τόσο.
/από τον Μαρίνο Μακρή