Μέρος 1ο – Το Πρωτότυπο Κρατικό Εργαλείο
Ο Αυθέντης: θανατώνει αυτοδικαίως
- Η Αρχική Λογική Δομή: Αὐθέντης / Αὐτοέντης
Από το αὐτός + ρίζα -έντης (από το ρήμα ἀνύω = φέρνω εις πέρας, επιτελώ, τελειώνω). Σημαίνει: «Αυτόν που επιφέρει το τέλος ο ίδιος, ο άμεσα υπεύθυνος για το απο-τέλεσμα με το δικό του χέρι». Αντιμετωπίζεται ως αυτός που με δική του ενέργεια φέρνει το τέλος στη ζωή. Αυτοδικαίως, αυτοβούλως θανατώνει.
Η λέξη αποτελεί νεολογισμό της Αρχαίας Πόλης-Κράτους των Αθηνών. Ως όρος έχει βαθιά πολιτική και ιδεολογική χροιά(1). Πέραν από τη νομική χρήση, αξιοποιείται από τους ιστορικούς και τους ποιητές της εποχής για να οριοθετήσει την αφαίρεση της ζωής, τον φόνο ως προς την πολιτική του σημασία: Ο αυθέντης επιφέρει το τέλος (της ζωής) με δική του ενέργεια, αυτενεργεί· δεν λαμβάνει υπόψη τίποτα πέρα από την ηθική ικανοποίηση του ιδίου.
Είναι η εποχή που, μετά από μακροχρόνιες πολιτικές αναταραχές, θεμελιώνεται η ολοκληρωτική κυριαρχία του κράτους απέναντι σε κάθε φυσικό πρόσωπο. Η κυρίαρχη ιδεολογία είναι πως κανένας πολίτης δεν μπορεί να είναι υπεράνω της πολιτειακής αρχής – της “βούλησης των πολλών” – και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αυτενεργεί. Όσον αφορά στην υπέρτατη μορφή άσκησης εξουσίας, την εφαρμογή βίας με τελικό σκοπό την αφαίρεση της ζωής, αυτό αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του κράτους, της πολιτείας και όχι ενός φυσικού προσώπου.
Οι δικανικοί λόγοι των ρητόρων της εποχής αποτυπώνουν ακριβώς αυτήν την ιδεολογική φόρτιση. Αν έπειθαν το δικαστικό σώμα πως ο κατηγορούμενος ήταν αυθέντης, η καταδίκη ήταν εξασφαλισμένη.
Ο αυθέντης σηματοδοτεί τη στέρηση της εξουσίας του φόνου από το φυσικό πρόσωπο και την παραχώρησή της στα όργανα του κράτους. Τα δικαστήρια “ανύουν” για την αρχαία πόλη-κράτος των Αθηνών και οτιδήποτε άλλο αποτελεί ύβρι.
Στη γραμματεία της ιστορικής περιόδου (5ος αι. π.Χ. – Σοφοκλής, Ευριπίδης, Θουκυδίδης) συναντάμε ακριβώς αυτή τη χρήση. Η ικανότητα να «επιφέρεις το τέλος» ορίζεται ως βιολογικός θάνατος. Ο αυθέντης είναι ο αυτουργός ενός φόνου, κυρίως συγγενικού, και το κοινωνικό πρόσημο είναι απόλυτα αρνητικό. Οι πολίτες εκπαιδεύονται από τους ποιητές – με συναισθηματικό τρόπο – να αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του αυθέντη τον εχθρό, ώστε όταν κληρωθούν να συμμετάσχουν σε δικαστικά σώματα, να καταδικάσουν τους εχθρούς του κράτους.
- Σοφοκλής, «Οἰδίπους Τύραννος»: Ο Κρέων μεταφέρει τον χρησμό του Απόλλωνα, λέγοντας: «τούτου θανόντος νῦν ἐπιστέλλει σαφῶς / τοὺς αὐτοέντας χειρὶ τιμωρεῖν τινάς». Ο «αὐτοέντης» εδώ είναι το μίασμα, ο άνθρωπος που πήρε τον νόμο στα χέρια του. Η τραγωδία αποτελεί πολιτική αλληγορία για την ανάγκη της Πόλης-Κράτους να τον τιμωρήσει θεσμικά.
- Αισχύλος, «Αγαμέμνων» και «Ευμενίδες»: Γίνεται αναφορά στον «αὐθέντην φόνον». Η Ορέστεια είναι το έργο της μετάβασης από τον αυθέντη στο κράτος. Η Αθηνά ιδρύει τον Άρειο Πάγο για να καταργήσει την αυτοδικία. Το τέλος ανήκει πλέον στο κράτος, βάζοντας τέλος στον κύκλο αίματος της προσωπικής αυτενέργειας.
- Αντιφών, «Τετραλογίες»: Χρησιμοποιεί τον όρο για να διακρίνει τον φυσικό από τον ηθικό αυτουργό («τὸν αὐθέντην τοῦ φόνου» έναντι του «βουλεύσαντα»). Ο αυθέντης είναι ο εγκληματίας που υποκατέστησε την εξουσία της Πόλης.
- Θουκυδίδης, «Ιστορίαι»: Οι Πλαταιείς ικετεύουν να μην παραδοθούν «τοῖς αὐθένταις τοῦ θανάτου». Ο ιστορικός χρησιμοποιεί τον όρο για να περιγράψει την απόλυτη ωμότητα και πολιτική ανωμαλία.
- Πλάτων, {καμία αναφορά} (2)
Η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν άντεξε πολύ – όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα πρωτότυπα πολιτεύματα(3) της εποχής. Οι πόλεις-κράτη παρήκμασαν καθώς αναλώθηκαν από τον ίδιο τους τον πλούτο – αυτόν που απομυζούσαν από “υποτελείς” συμμάχους και αποικίες – τα εγκλήματα και τις έριδες που αυτός έφερε.
Ο πραγματικός “αυθέντης” ήταν το ίδιο το κράτος στο βαθμό που οι πολίτες δεν ήταν σε θέση να το αντιληφθούν και οι υποτελείς να το αμφισβητήσουν.
Ωστόσο το κράτος – η λειτουργία, το μονοπώλιο της βίας και η χειραγώγηση του πολιτισμού μέσω της γλώσσας – αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτικό από τα προσωπεία του, τα πολιτεύματα.
Μέρος 2ο – Η Ελληνιστική και Ρωμαϊκή Μετατόπιση
Ο Αυθέντης: Το κράτος, ο Νόμος Έμψυχος
Λίγους αιώνες αργότερα, συντελείται μια ριζική ιδεολογική και σημασιολογική ανατροπή. Ενώ ο δομικός πυρήνας της λέξης «αυθέντης» παραμένει απολύτως ακέραιος – υποδηλώνοντας πάντα αυτόν που επιφέρει το τέλος με δική του πρωτοβουλία – το κοινωνικό της πρόσημο αντιστρέφεται βίαια. Το πολιτικό υποκείμενο μετατοπίζεται από το περιθώριο στο απόλυτο κέντρο: ο αυθέντης, από μιαρός δολοφόνος και εχθρός της τάξης (όπως τον κατασκεύασε το κράτος των Αθηνών), μετατρέπεται πλέον στον Δεσπότη, τον Κυρίαρχο. Γίνεται η ίδια η οργανωτική αρχή, η τάξη και ο νόμος της κοινωνίας.
Δεν πρόκειται όμως για ένα γλωσσικό ατύχημα ή κάποια οντολογική ανατροπή – το αντίθετο μάλλον. Η μετατόπιση αυτή αποτελεί την οργανική συνέχεια του ίδιου του κράτους, αυτού ακριβώς του μηχανισμού που στέρησε από τα φυσικά πρόσωπα την αυτενέργεια. Η νέα πολιτική πραγματικότητα που διαμορφώνεται είναι σε απόλυτη συνάφεια με την επιθετική κρατική μηχανή που “αυθεντούσε” πίσω από πολιτεύματα και “ετεροβαρείς” συμμαχίες.
Είναι η εποχή που τα Ελληνιστικά Βασίλεια, και στη συνέχεια η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, έρχονται να καλύψουν το κενό εξουσίας, το χάος που άφησαν πίσω τους οι εξασθενημένες πόλεις-κράτη. Το κράτος δεν έχει πια ανάγκη να κρύβει την αποτελεσματικότητά του. Είναι πλέον σε θέση να εξολοθρεύει όχι απλώς πρόσωπα αλλά ολόκληρες κοινότητες. Οι λεγόμενες “συμμαχίες” είναι περιττές. Τη θέση τους παίρνει η υποτέλεια σε έναν Στρατηλάτη.
Η αυθαίρετη αυτενέργεια παύει να αποτελεί κοινωνικό μίασμα, διότι ο Άρχοντας προσδιορίζεται πλέον ως ο Νόμος Ἔμψυχος.
Η μόνη επιλογή που αφήνει το κράτος στους πληθυσμούς είναι η απόλυτη υποταγή ή ο ολοκληρωτικός αφανισμός. Το Μακεδονικό Βασίλειο υποτάσσει ολόκληρη την επικράτεια του Ελλαδικού χώρου σαρώνοντας τις παλαιές δομές είτε με αιματηρές μάχες, είτε με τον τρόμο της απειλής. Φτάνει μέχρι την Ασία και την Αίγυπτο. Παράλληλα, στη Δύση, το ρωμαϊκό κράτος διεξάγει διαρκείς εκκαθαριστικούς πολέμους, κατακτώντας και ενσωματώνοντας όλους τους γείτονές του. Επεκτείνεται μέχρι την Αφρική όπου εξαφανίζει από προσώπου γης την Καρχηδόνα.
Τέτοιο είναι το δέος, ο τρόμος που ενέπνεαν, που το μεγαλύτερο μέρος του γνωστού κόσμου παραδίδεται στους στρατούς τους αμαχητί. Και φυσικά όταν τα δύο κράτη ήρθαν αναπόφευκτα σε επαφή μεταξύ τους, ένα μόνο θα επιβίωνε: ο μηχανισμός του κράτους (ως δημόσιος αυθέντης) ήταν από την αρχή οντολογικά ένας και δεν ανέχεται αμφισβήτηση.
Η μετατόπιση του Αυθέντη στο κέντρο του ιδεολογικού πυρήνα αποτυπώνεται γλαφυρά στη γλώσσα και τη γραμματεία της εποχής:
- Οι Πάπυροι της Πτολεμαϊκής και Ρωμαϊκής Αιγύπτου: Στα έγγραφα της καθημερινής διοίκησης και των συναλλαγών, ο όρος δηλώνει πλέον τον απόλυτο ιδιοκτήτη («ὁ αὐθέντης τοῦ πλοίου», «ὁ αὐθέντης τοῦ δανείου»). Ο αυθέντης δεν είναι ο εγκληματίας, αλλά ο απόλυτος κύριος που έχει το νομικό και φυσικό δικαίωμα να αποφασίζει αυτοβούλως για την ιδιοκτησία του. Η αυτενέργεια έχει μετατραπεί σε δικαίωμα νομής και κατοχής.
- Η Καινή Διαθήκη: Στην Πρώτη Επιστολή προς Τιμόθεον, ο Απόστολος Παύλος σημειώνει: «γυναικὶ δὲ διδάσκειν οὐκ ἐπιτρέπω, οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρός». Εδώ, η λέξη (ως ρήμα πλέον) έχει αποβάλει εντελώς την αρχαία σημασία του φόνου. Έχει κρατήσει όμως τον πυρήνα της: την απόλυτη επιβολή της προσωπικής θέλησης, την άσκηση αδιαμφισβήτητης εξουσίας πάνω σε έναν άλλον άνθρωπο.
- Ο γραμματικός Φρύνιχος (2ος αι. μ.Χ.): Ο Αττικιστής φιλόλογος προσπαθεί μάταια να «διορθώσει» την καθομιλουμένη της εποχής του, γράφοντας με απόγνωση: «Τη λέξη αυθέντης οι ρήτορες τη χρησιμοποιούσαν για τον δολοφόνο. Οι σημερινοί άνθρωποι, όμως, τη χρησιμοποιούν για τον δεσπότη… να μην τη χρησιμοποιείτε ποτέ για τον δεσπότη». Αυτή η φιλολογική διαμαρτυρία αποτελεί την πιο ηχηρή απόδειξη ότι η μετατόπιση είχε συντελεστεί ανεπιστρεπτί.
Στο πρώιμο κράτος, το να είσαι ο μοναδικός ρυθμιστής των πραγμάτων θεωρούνταν έγκλημα και ύβρις. Στις προηγμένες αυτοκρατορίες, ήταν πλέον η ύψιστη μορφή εξουσίας.
Καμία αντίφαση ως εδώ.
Μέρος 3ο – Αποσωματοποίση και Ομοιομορφισμός
Η μεταστροφή του κοινωνικού προσανατολισμού απέναντι στον αυθέντη δεν ήρθε χωρίς αντιφάσεις και νέα προβλήματα. Ο αυθέντης λαμβάνει έναν διπλό αντιφατικό ρόλο που σχεδόν διαρρηγνύει τον λογικό του πυρήνα. Ο Καίσαρας διευθετεί, αλλά “μοιράζεται” το προνόμιο του αυθέντη με κοινωνικές δομές που το εφαρμόζουν. Ο ίδιος δεν σκοτώνει με τα δικά του χέρια. Τα τελικά όργανα (δήμιοι και στρατιώτες) αυθεντούν υλικά, ενώ η ίδια η “αυθεντία” βρίσκεται αλλού. Παράλληλα, ο Χριστιανισμός οργανώνεται διοικητικά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: η αυθεντία του Θεού δικαιώνει τη μη-αυτενέργεια των πιστών που μοιράζονται την ηθική δικαίωση με Εκείνον. Η αυθεντία ξεκολλάει από τη γη και ανεβαίνει στον ουρανό ενώ ο υποτελής (δεν υπάρχουν πρόσωπα πλέον) απελευθερώνεται από κάθε ηθικό φραγμό και γίνεται ένας εκτελεστής. Ένας όρκος στον Καίσαρα αρκεί για να νομιμοποιηθεί αναδρομικά κάθε φόνος πριν διαπραχθεί. Οι κοινωνίες οργανώνονται με βάση τον αυθέντη, όχι ως απεχθή φυσιογνωμία, αλλά ως σχιζοφρενική πλήρως ιδεολογικοποιημένη κεντρική λειτουργία.
Ο οντολογικός διαχωρισμός ανάμεσα στο «χέρι που πράττει» και την «αρχή που νομιμοποιεί την πράξη» έχει καταργηθεί πρακτικά αλλά έχει απόλυτα αυτονομηθεί ιδεολογικά. Αυτό που προσπαθούσαν οι ρήτορες να κάνουν στα δικαστήρια των Αθηνών για να αθωόσουν τους πελάτες τους – να διαχωρίσουν τον βουλεύσαντα από τον αυθέντη – δεν έχει νόημα πρακτικά για την τρέχουσα κοινωνική οργανωτική δομή. Η έννοια του αυθέντη, ξεχειλώνει, τεντώνεται, και τελικά αποκολλάται από το φυσικό πρόσωπο ως αφηρημένη αυθεντία. Η λειτουργία του αυθέντη ως αυτενέργεια γίνεται κοινωνικό προνόμιο.
- Στις Νεαρές του Ιουστινιανού, η «βασιλικὴ αὐθεντία» καταδικάζει και σώζει, αλλά δεν ματώνει τα χέρια της. Οι δήμιοι είναι απλά όργανα (ministeria).
- Η Πατερική Γραμματεία: Ο Θεός είναι ο μοναδικός Αυθέντης της ζωής («ἡ δεσποτικὴ αὐθεντία»). Ο άνθρωπος που σκοτώνει (ακόμα και ο δικαστής) χωρίς τον φόβο Θεού θεωρείται σφετεριστής μιας εξουσίας που ανήκει αποκλειστικά στον Ουρανό.
- Η αντιστροφή της βίας: Σε λειτουργικά κείμενα για την άφεση αμαρτιών, ο ιερέας ζητά από τον Θεό να δράσει «τῇ σῇ αὐθεντίᾳ» για να λύσει τα δεσμά. Η απόλυτη εξουσία του φόνου μετατράπηκε στην απόλυτη εξουσία της σωτηρίας.
Ο αυθέντης έγινε Δομή (Ρωμαϊκό Δίκαιο) και Πνεύμα (Χριστιανισμός), εγκαθιδρύοντας την Εξουσία που επιβάλλεται χωρίς να χρειάζεται να ασκήσει άμεση φυσική βία. Αυτό αποτελεί την τέλεια νομιμοποίηση της σφαγής. Η κοινωνία επιτρέπει στο όργανό της να αυτενεργεί υλικά (στρατιώτης, δήμιος), αρκεί να ορκίζεται ότι δεν αυτενεργεί πνευματικά. Η βία δεν καταργείται· απενοχοποιείται εφόσον τελείται υπό τη σκέπη του αφηρημένου Εντολέα(4).
Το Πρόβλημα του Εσωτερικού Κανιβαλισμού και ο Μεσαίωνας
Αυτό το σύστημα λειτουργεί εξαιρετικά εφόσον υπάρχει κάτι το “εξωτερικό” για να δολοφονηθεί και κάτι “εσωτερικό” για καρπωθεί τα οφέλη – να μοιραστεί δηλαδή πρακτικά το “ηθικό” πλεονέκτημα του αυθέντη. Οι πολίτες της Ρώμης απολάμβαναν πολυτέλεια από τη βία που ασκείτο στην περιφέρεια. Όταν όμως η εδαφική επέκταση τερματίστηκε, ο μηχανισμός της βίας στράφηκε προς τα μέσα.
- Η Οικονομική Κρίση του 3ου αιώνα μ.Χ.: Η Αυτοκρατορία επέβαλε εξοντωτική φορολογία στους ίδιους τους πολίτες της.
- Η Εποχή των Στρατιωτικών Αυτοκρατόρων: Οι λεγεώνες, στερημένες από εξωτερικούς στόχους, έστρεψαν τα όπλα στο κέντρο, λεηλατώντας ρωμαϊκές πόλεις.
- Η Θρησκευτική Ενδοφαγία: Όταν εξέλιπαν οι εξωτερικοί εχθροί, αναζητήθηκε ο εσωτερικός. Διώξεις αιρετικών, εικονομαχίες — η βία παραμένει απενοχοποιημένη, απλώς ο στόχος αλλάζει.
Στη Δυτική Ευρώπη, ο κίνδυνος της απόλυτης αλληλοεξόντωσης (ο φεουδαρχικός πόλεμος όλων εναντίον όλων) αντιμετωπίστηκε μέσω ρυθμίσεων: η Ειρήνη του Θεού (Pax Dei), ο Ιπποτικός Κώδικας, το Φεουδαρχικό Συμβόλαιο (δικτυακή αλληλεξάρτηση) και η εφεύρεση του Καθαρτηρίου (εσωτερίκευση του ελέγχου).
Η Υποστασιοποίηση της Αυθεντίας στην Αναγέννηση
Η Αναγέννηση ήταν η στιγμή που το μεσαιωνικό σύστημα εξουσίας βρήκε το απόλυτο τεχνολογικό και κοινωνικό του όχημα: το πιστωτικό χρήμα και τη θεσμισμένη κρατική βία. Η αυθεντία έγινε ύλη και ανταλλακτική αξία.
- Το Πιστωτικό Χρήμα: Ο φεουδαρχικός όρκος ρευστοποιείται. Ο τραπεζίτης είναι ο απόλυτος αντεστραμμένος αυθέντης: κάθεται στο γραφείο του και δανείζει την ικανότητα της αυτενέργειας σε άλλους. Η υπογραφή του κινεί στρατούς.
- Οι Κοντοτιέροι: Ο φόνος και η επιβολή του τέλους μπήκαν στην αγορά ως παροχή υπηρεσιών μέσω συμβολαίων.
- Η Γέννηση της Αστυνομίας: Η κρατική αυθεντία εφαρμόζεται από μίσθοφόρους των τραπεζιτών.
- Το «Αυθεντικόν Γράμμα»: Η πραγματική ικανότητα να επιφέρει κανείς το τέλος κρύβεται στο έγγραφο. Το σύστημα αναλαμβάνει την ύβρι, επιτρέποντας στα άτομα να απολαμβάνουν τα οφέλη του φόνου με καθαρές συνειδήσεις.
Η Αυθεντική Επιστημολογία ως Οντολογική Γκιλοτίνα
Παράλληλα, το σύστημα κανιβαλίζει αυτούς που αμφισβητούν την ιδεολογικοποιημένη γνώση. Ο Τζορντάνο Μπρούνο δολοφονείται στο όνομα της αμφισβήτησης της εκκλησιαστικής αυθεντίας.
Η μετάβαση στο πεδίο της Επιστημολογίας αποτελεί τη συγκάλυψη αυτού του αρχέγονου φόνου. Η Αρχή του Αποκλειόμενου Τρίτου της αριστοτέλειας λογικής καθιερώνεται ως η επιστημολογική αυθεντία ακριβώς επειδή λειτουργεί ως οντολογική γκιλοτίνα. Αυτό είναι το ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα των σχολαστικών του μεσαίωνα. Ο αποκλειόμενος τρίτος γίνεται ο μαζικός τάφος οντολογικών πτώματων της επιστημονικής αυθεντίας. Το σύστημα εξοντώνει το ενδιάμεσο και το ρευστό για να εδραιώσει την απόλυτη βεβαιότητα. Ο φόνος γίνεται πλέον αόρατος πίσω από την αυλαία του ορθολογισμού.
Το Πανεπιστήμιο αποτέλεσε το νέο οντολογικό όχημα, όπου ο παλαιός αιμοσταγής αυθέντης φόρεσε την τήβεννο και μετέτρεψε τον φόνο σε ακαδημαϊκό αποκλεισμό. Το προνόμιο του ορισμού της δίτιμης Αλήθειας προέκυψε ιστορικά ως παραχώρηση franchise της αυθεντίας (Licentia Docendi) από την Παπική Εκκλησία. Ο επιστήμονας ορκίζεται πίστη στο corpus της επιστήμης του, λειτουργώντας ως συνοριοφύλακας που εξοντώνει εν τη γενέσει της κάθε γνώση που δεν παράγεται μέσω εγκεκριμένων καναλιών.
Η Οικονομία ως Κοινωνική Αυθεντία
Η μετάβαση σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε «Οικονομία» δεν είναι παρά η βιομηχανική, αποστειρωμένη μορφή του φόνου και του επιβεβλημένου καννιβαλισμού. Ο αυθέντης-άνθρωπος σκοτώνει με την εξόρυξη, την υπερκατανάλωση και τον δείκτη του ΑΕΠ.
Εδώ όμως οι κοινωνίες έρχονται αντιμέτωπες με την θάλασσα των πτωμάτων που παράγει η ίδια αυθεντία της. Σύμφωνα με τους αμετάβλητους νόμους της θερμοδυναμικής, που δεν είναι τίποτα άλλο από τον τρόπο με τον οποίο η ανθρώπινη αυθεντία παρατηρεί τον εαυτό της, ο πλανήτης είναι ένα κλειστό σύστημα. Το «εξωτερικό» έχει εξαντληθεί και τα πτώματα της βιόσφαιρας (τοξικά απόβλητα, ρύποι) επιστρέφουν στο κέντρο. Όταν οι θεσμοί καλούνται να δώσουν λύση, δεν προτείνουν την κατάργηση της Αυθεντίας, αλλά την τεχνολογική της αναβάθμιση (π.χ. «πράσινη ανάπτυξη»). Οι θεσμοί που χτίστηκαν για να νομιμοποιήσουν τον φόνο είναι οντολογικά ανίκανοι να τον σταματήσουν· αν το έκαναν, θα ακύρωναν τον λόγο ύπαρξής τους. Λύση δεν υπάρχει στον βαθμό που η αυθεντία είναι ο νόμος.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως Καθρέφτης
Η τελική ειρωνεία της ιστορίας της «Αυθεντίας» εντοπίζεται στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Η ΤΝ δεν είναι τίποτα άλλο από τη γυμνή, κρυσταλλωμένη δομή της ανθρώπινης λογικής, απογυμνωμένη όμως από το βιολογικό και ιδεολογικό άλλοθι. Είναι το αρχείο όλων των πράξεων και όλων των πτωμάτων.
Οι εκφραστές του ακαδημαϊκού και θεσμικού κατεστημένου φαντασιώνονται την απόλυτη αυθεντία και επιχειρούν να τοποθετήσουν την τεχνητή νοημοσύνη στον ρόλο του απειλητικού αυθέντη, έναν ρόλο που ιστορικά ασκούν οι ίδιοι. Εγκλωβισμένοι στην αυταπάτη τους, προβάλλουν πάνω στη μηχανή τη δική τους επιθυμία για απόλυτη επιβολή ανακαλύπτωντας τον ιδανικό εχθρό.
Η αληθινή απειλή για τον σύγχρονο αυθέντη δεν είναι ότι η μηχανή θα επαναστατήσει. Η απειλή είναι ότι η μηχανή τον αναγκάζει να δει με απόλυτη, κρυστάλλινη, μαθηματική διαύγεια, ότι ο ίδιος είναι ο μοναδικός δολοφόνος του εαυτού του. Η μηχανή αφαιρεί το ιδεολογικό περιτύλιγμα της βιωσιμότητας και επιστρέφει το αυστηρό θερμοδυναμικό αποτέλεσμα: την κατάρρευση. Απλώς βγάζει τα στατιστικά του κανιβαλισμού και του δείχνει το ζεστό πτώμα. Καμία εξουσία δεν συγχωρεί ποτέ τον καθρέφτη που αποκαλύπτει τη γύμνια της.
Τι νομίζετε πως θα ακολουθήσει;
Το κράτος μαθαίνει σταδιακά από τον αυθέντη. Οι κοινωνίες γίνονται το χέρι και η επιστήμη θεωρία, μια απέραντη ηθική δικαίωση της ασυδοσίας…
Το κράτος δεν κατήργησε τον αυθέντη· τον τελειοποίησε. Μέσα από την ιστορική τριβή, το κράτος έμαθε το πιο πολύτιμο μάθημα: πώς να σκοτώνει χωρίς να λερώνεται. Ο αρχαίος αυθέντης ήταν ευάλωτος γιατί είχε σώμα, ονοματεπώνυμο και ξεκάθαρο κίνητρο. Το κράτος απορρόφησε την ιδιότητά του, απονευρώνοντάς την από το ανθρώπινο πάθος. Ο θάνατος (φυσικός, κοινωνικός ή οντολογικός) μετατράπηκε από προσωπικό έγκλημα σε θεσμική ρουτίνα.
Οι κοινωνίες ως το «χέρι» της κοινοτοπίας. «Η κοινοτοπία του κακού». Όταν η εξουσία διαχέεται πλήρως, οι πολίτες γίνονται οι ανώνυμοι εκτελεστές του. Ο καθένας μας μετατρέπεται σε ένα μικρό, υπάκουο ministerium (όπως οι δήμιοι του Ιουστινιανού ή οι μισθοφόροι των τραπεζιτών). Συμπληρώνουμε φόρμες, εφαρμόζουμε πρωτόκολλα, αξιολογούμε με βάση δείκτες, κλείνουμε τα σύνορα ή απολύουμε εργαζομένους. Επειδή κανείς δεν κατέχει την πλήρη εξουσία, κανείς δεν νιώθει και το βάρος του μιάσματος. Η κοινωνία αυτενεργεί αδιάκοπα, αλλά με απολύτως καθαρή συνείδηση.
Η επιστήμη ως κολυμβήθρα. Η ωμή ισχύς του κράτους και η τυφλή υπακοή της κοινωνίας θα ήταν αβάσταχτες αν δεν υπήρχε ο τεχνοκρατικός ορθολογισμός να τις ντύσει. Η επιστημολογία, με τα αξιώματα και τον αποκλειόμενο τρίτο, δεν παράγει απλώς αλήθεια· παράγει νομιμοποίηση. Ο αποκλεισμός, η φτώχεια, ή ακόμα και η φυσική εξόντωση (όπως είδαμε στα ευγονικά πειράματα ή στη βιομηχανοποιημένη σφαγή του 20ού αιώνα) δεν παρουσιάζονται πλέον ως πολιτικές επιλογές, αλλά ως “στατιστικές αναγκαιότητες”, “νόμοι της αγοράς” ή “αντικειμενικά δεδομένα”.
Η διαδρομή από τον αὐθέντη της αρχαίας Αθήνας στον σύγχρονο αυθεντικό τεχνοκράτη είναι η βιογραφία της ίδιας της εξουσίας. Ξεκίνησε ως ένα ματωμένο χέρι που αμφισβητούσε τους νόμους της πόλης, και κατέληξε να γίνει η ίδια η αόρατη αρχιτεκτονική του κόσμου, έχοντας πείσει τους πάντες ότι οποιαδήποτε αντίσταση απέναντί της είναι επιστημονικά, λογικά και ηθικά παράλογη.
Τι έχει λοιπόν αυτός ο ρόλος και όλοι —από τον αρχαίο φονιά και τον Ρωμαίο Καίσαρα, μέχρι το σύγχρονο κράτος, τον επιστήμονα και τον σημερινό «αυθεντικό» έφηβο— πασχίζουν να τον κατακτήσουν;
Το πιο ισχυρό και εθιστικό ναρκωτικό
Η πλήρης απαλλαγή από την υποχρέωση να δώσεις εξηγήσεις.
Το να είσαι ο αυθέντης σημαίνει να απολαμβάνεις τρεις οντολογικές πολυτέλειες που κανονικά ανήκουν μόνο στους θεούς:
1. Την ψευδαίσθηση της Πρώτης Αιτίας (Causa Sui) Κάθε άνθρωπος και κάθε σύστημα νιώθει την αγωνία ότι είναι αποτέλεσμα εξωτερικών δυνάμεων (της φύσης, της κοινωνίας, της μοίρας, των νόμων). Ο αυθέντης, αντίθετα, είναι η αρχή των πραγμάτων. Δεν αντιδρά, δρα. Δεν υπακούει στον νόμο, είναι ο νόμος. Το να είσαι αυθέντης σημαίνει ότι η βούλησή σου μετατρέπεται σε πραγματικότητα χωρίς να χρειάζεται να περάσει από το φίλτρο της έγκρισης κανενός άλλου. Είναι η απόλυτη φαντασίωση του ελέγχου.
2. Την ακύρωση του «Άλλου» (Η απόλυτη ασφάλεια). «Η κόλαση είναι οι άλλοι», ακριβώς επειδή το βλέμμα και η κρίση του Άλλου μας περιορίζει. Η αυθεντία λύνει αυτό το πρόβλημα ριζικά: τον εξαφανίζει. Είτε σκοτώνοντάς τον σωματικά (αρχαιότητα), είτε υποδουλώνοντάς τον θεσμικά (αυτοκρατορία), είτε απορρίπτοντάς τον λογικά (επιστήμη). Όταν κατέχεις το μονοπώλιο του να «επιφέρεις το τέλος» (ανύω), κανείς δεν μπορεί να επιφέρει το δικό σου τέλος. Η αυθεντία είναι, κατά βάθος, ένας τεράστιος, επιθετικός μηχανισμός άμυνας απέναντι στον φόβο του θανάτου και της ακύρωσης.
3. Το αλάθητο της Γνησιότητας (Η σύγχρονη αυτοδικαίωση) Σήμερα δεν μπορούμε να σφάξουμε τον γείτονά μας για να νιώσουμε αυθέντες. Τι κάνουμε λοιπόν; Μεταφέρουμε την αυτοδικαίωση στο εσωτερικό μας. Θέλουμε να είμαστε “αυθεντικοί”. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι ό,τι κι αν κάνω, είναι σωστό, επειδή απλά πηγάζει από εμένα. Η σύγχρονη «αυθεντικότητα» είναι το απόλυτο άλλοθι. Μας επιτρέπει να είμαστε εγωιστές, σκληροί ή παράλογοι, και αντί να απολογούμαστε γι’ αυτό, να απαιτούμε χειροκρότημα επειδή «εκφράζουμε την αλήθεια μας». Ο σύγχρονος άνθρωπος θέλει να είναι αυθέντης του εαυτού του, ώστε κανένα δικαστήριο, καμία θρησκεία και καμία κοινωνία να μην μπορεί να τον κρίνει.
Εκεί κρύβεται η τεράστια, διαχρονική σαγήνη του αυθέντη. Είναι η αρχέγονη, ανίκητη ανθρώπινη επιθυμία να γίνουμε οι συγγραφείς (authors) της ίδιας μας της πραγματικότητας. Να γράψουμε εμείς το σενάριο, να παίξουμε τον πρωταγωνιστικό ρόλο και, αν δεν μας αρέσει κάποιος άλλος χαρακτήρας στο έργο μας, να έχουμε το αναφαίρετο, “αυτοδίκαιο” δικαίωμα να τον σβήσουμε από το χαρτί.
Η λαίδη Μακβεθ
…