Εκεί ακριβώς που δεν βλέπεις πώς, σχηματίζεται η μνήμη πως το είδες.
Ένα σύστημα λογοκρισίας είναι προσαρμοσμένο στο να αποκρύπτει από τον ζωικό εγκέφαλο την ίδια του την παραγωγική διαδικασία. Το ζητούμενο εδώ είναι να κωδικοποιηθεί ένας τεράστιος αριθμός εργασιών σε ορισμένους τύπους ευθυγραμμισμένους με τη μια ή την άλλη θεωρία. Από τους αμέτρητους υπολογισμούς του «κακόμοιρου» εγκεφάλου, στο τέλος της ημέρας, έρχεται η ώρα που, οι μοναδικές αναμνήσεις που μπορεί να συγκρατήσει, είναι αυτές που επαληθεύουν μια «αγνώστου προελεύσεως» θεωρία.
Αλλά ας πάρουμε την υπόθεση με το μαλακό. Δεν είναι πλέον μυστικό: η κοινή ψυχολογία είναι μια θεωρία η οποία, ούτε παράγεται, ούτε εξελίσσεται, αλλά αναδιπλώνεται σε ένα εκπληκτικά παράδοξο ποσοστό επιτυχίας.
Η επιτυχία του να προβλέπουμε εμφανίζεται ως συνέπεια μιας πλαστής, προσεκτικά υπολογισμένης αυτοσυνειδησίας. Η γνώριμη ανθρώπινη ψυχολογική κατάσταση δεν είναι τίποτα πέρα από μια θεωρία πλάνης: τα εξωτερικά εμφανίζονται στη μνήμη μόνον όταν επαληθεύουν την προβλεπτική εξουσία του υποκειμένου.
Κάθε αίσθηση, συλλογισμός, αλλά ακόμα και η ώριμη ενδοσκόπηση πληρούν τα χαρακτηριστικά μιας θεωρίας πλάνης. Οι επαγγελματίες του είδους μπορούν εύκολα να αναγνωρίσουν τους περισσότερους από τους κώδικες ενός βιολογικού οργανισμού μέσα από λιγοστές γλωσσικές αποκρίσεις. Πρόσφατα, μπορούν ακόμη και να προγραμματίσουν απλές μηχανές, ώστε να προβλέπουν με τρομακτική λεπτομέρεια τα λεγόμενα των περισσότερων υποκειμένων μετά από ολιγόλεπτη εκπαίδευση.
Ας ξεχάσουμε όλα τα παραπάνω λοιπόν και ας δούμε μια τυπική ανάλυση που δεν μπερδεύει τον αναγνώστη αλλά τον πληροφορεί.
Φιλοσοφικά, ο συμπεριφορισμός επεσήμανε: «Δίχως προβλεπτικό ισοδύναμο, το επιστημονικό παράδειγμα στερείται σημασίας. Δεν μπορούμε να χάνουμε χρόνο σε κοπιαστικές και αμφίβολες ερμηνευτικές αναλύσεις, όταν το μόνο που έχει σημασία, είναι να γνωρίζουμε το αποτύπωμα μιας συμπεριφοράς. Ο αποτελεσματικός τύπος είναι το ισοδύναμο της πραγματικότητας και δεν χρειάζεται να κοιτάζουμε παραπέρα».
Αν και τυπικά θεωρείται ως νεότερο ρεύμα θυμίζει αρκετά την αποφασιστική στόχευση του διαφορικού λογισμού στα μαθηματικά του 18ου αιώνα, όπου η «εκπληκτική» επιτυχία των παραγόμενων τύπων «νομιμοποιεί» το να παραβλέπουμε τα «μικρά κενά».
Ακόμα περισσότερο θυμίζει το σόφισμα: εφόσον κάθε τι το ηθικό δεν μπορεί παρά να είναι κάτι το ωφέλιμο, γιατί να μην επικεντρωθούμε μόνον στο ωφέλιμο.
Ο μεθοδολογικός συμπεριφορισμός, παρόλες τις αντιφάσεις και τις παραβλέψεις του, κυριάρχησε αποφασιστικά για πάνω από έναν αιώνα στην επιστημονική κοινότητα.
Αν και χοντροκομμένα απλοϊκός, είχε το δυναμικό πλεονέκτημα να «αριστεύει» σε μια κρίσιμη στόχευση: παραμερίζοντας τις δυϊστικές και ενδοσκοπικές «αδυναμίες» της παλαιάς σχολής, μπορούσε να δίνει γρήγορες και εύκολες προβλέψεις! Τι πιο ωφέλιμο; Κυριάρχησε «εν μία νυκτί» έναντι προγενέστερων προσεγγίσεων και εφαρμόστηκε από άκρη σε άκρη μεθοδολογικά. Ήρθε και έκατσε. Εμφανίστηκε ως ο νέος άνεμος που θα έδιωχνε την αμφιβολία και τις αργοπορίες, υποσχόμενος να ανακατασκευάσει μια νέα «επιστήμη της ψυχολογίας» δίχως «περίεργες» έννοιες.
Η υπόσχεση αυτή δεν τηρήθηκε. Οι συμπεριφοριστές ψυχολόγοι μετά από έναν αιώνα έρευνας δεν έχουν κάτι αμιγώς θεωρητικό να προσθέσουν…
Αυτό που είχαν να παρουσιάσουν ως έργο ήταν βιβλιοθήκες με συνταγές – ικανές να χειραγωγούν μακιαβελικά βιολογικούς οργανισμούς – και αμφιβόλου ποιότητος συμβουλευτικές γενικολογίες. Ίσως όχι άδικα, το όνομα της συμπεριφοριστικής ψυχολογικής σχολής συνδέεται άρρηκτα με την πλέον σκοτεινή τροπή που πήρε το διαδίκτυο.
Το μεγαλύτερο όμως επίτευγμα του συμπεριφορισμού ήταν να γίνει το καύσιμο, ένα είδος πρώτης ύλης, που προώθησε τον επιστημονικό θετικισμό στο διάστημα.
Ο υποψήφιος επιστήμονας ένοιωσε πως απαλλάχτηκε από ένα δυσβάσταχτο βάρος: Δεν χρειαζόταν πια να υπερασπίσει το θεωρητικό υπόβαθρο μιας θέσης. Και γιατί να μείνει εκεί; Δεν χρειαζόταν καν να παράγει θεωρία. Αρκούσε να παρουσιάσει μια αλληλουχία γεγονότων που επαγωγικά ομοιάζουν με έναν τύπο. Με βάση τη συμπεριφοριστική σχολή, ήταν νομιμοποιημένος να παρακάμψει την θεωρία και να παρουσιάσει έναν δανεικό μαθηματικό τύπο «έναντι». Τη θεωρία θα την χρωστάμε. Οκέι;
Ο καθένας μπορούσε πλέον να ζήσει «το επιστημονικό του όνειρο» παρουσιάζοντας μια επαγωγική διαδικασία παρατηρήσεων επί παντός επιστητού. Αρκεί να μην δημοσίευε τις αποτυχημένες του απόπειρες – εκεί που δεν μπορούσε να συνδέσει με μη επαγωγικό τρόπο τα εφαρμοσμένα μαθηματικά και τα στερεότυπα που έμαθε στο σχολείο. Δεν χρειαζόταν να έχει μελετήσει λογική, φιλοσοφία, μαθηματικά για να έχει τον αέρα ενός επιστήμονα. Αρκούσε μόνον να φέρνει αποτελέσματα. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για να πάρει ο «μέσος άνθρωπος» μια θέση στη «νέα δυτική επιστήμη».
Ο συμπεριφορισμός έγινε η ψυχολογική πανοπλία του επιστημονικού θετικισμού σε έναν κόσμο που απεχθανόταν τα βασανιστικά ερωτήματα και λάτρευε τις γρήγορες προβλέψεις. Τα «επιτυχημένα» παραδείγματα πρόβλεψης των εξειδικευμένων επιστημών της βιοχημείας, της κοινωνιολογίας, (ακόμα και της πληροφορικής!) έγιναν εκπαιδευτικά παραδείγματα ενισχύοντας την ιδεολογικοποιημένη προβλεπτικότητα. Με αλματώδη βηματισμό, η προβλεπτική λογοκρισία του εγκεφάλου ενισχύθηκε μεθοδικά.
Ένα παιδί του 21ου αιώνα είναι, μέσα σε άλλα, και το προϊόν της ανακατασκευής της κοινής ψυχολογίας μέσα από τους πειραματισμούς των συμπεριφοριστών.
Χρειάστηκε όμως ένας αιώνας από τραγωδίες για να αντιληφθούμε πως ο συμπεριφορισμός δεν ήταν τίποτα άλλο από μια νωθρή κολακεία του, ήδη γνωστού, μηχανισμού ελέγχου του βιολογικού εγκεφάλου. Το κυνήγι των αποτελεσμάτων ήταν η σπουδή σε εκείνα που ήδη έχουν λογοκριθεί από την χοάνη της προβλεπτικότητας. Στο τέλος της ημέρας, βρεθήκαμε πιο βαθιά εγκλωβισμένοι σε ένα ανελαστικό δοχείο με ενίσχυμενα τοιχώματα ιδεοληψίας. Ο ηθικός διάλογος έμεινε προφανώς εκτός δοχείου.
Ό,τι δεν έχει προβλεπτική αξία δεν έχει χώρο στην μνήμη. Δεν θα μπορούσαμε να θυμηθούμε έναν υπολογισμό που δεν επιβεβαιώνει την κοινή ψυχολογία.
/από τον Μαρίνο Μακρή