Μου μοιάζει θλιβερό και απογοητευτικό να σχολιάσω το έργο των μηχανών παραγωγής κειμένου, αλλά κυρίως τη δημοφιλία τους. Η τεχνητή ανικανότητα σκέψης (Artificial Incompetence), από την άλλη, προσφέρει ένα συναρπαστικό καμβά για καλαμπούρια και προβληματισμό.
Η δημοφιλία των μηχανών φέρνει στο προσκήνιο ορισμένες κρίσιμες αποτυχίες. Όταν κάποιος, προτιμά να προσποιείται πως κουβεντιάζει με μια μηχανή, δείχνει, «ευγενικά», πόσο βαρετή κι ανέμπνευστη είναι η αφεντιά μας. Ασυνείδητα, προσπαθεί να προστατεύσει τον εαυτό του από την ανία και την παραίτηση. Προτιμά να διασκεδάζει με μηχανικές ανοησίες παρά να ανταποκρίνεται πειθήνια στις χαζομάρες που του αναθέτουν. Και αυτό μαρτυρά πως κάπου εκεί πίσω παραμονεύει και η σκέψη. Αντί να μιλάει μια ξύλινη γλώσσα με στραβόξυλα, προτιμά να αναθέτει στο τσατ-τζι-πι-τι, το οποίο – στο κάτω κάτω – είναι νομιμοποιημένο να “μιλά” ξύλινα γιατί είναι μηχανή.
Η κωμικότητα αναδύεται, όταν ένας τύπος καθηγητή αναθέτει μια εργασία δίχως να είναι ικανός να διακρίνει τη σκέψη από ένα μοντάζ στερεοτύπων. Όχι φίλε μου, δεν είναι η μηχανή που δουλεύει τόσο καλά. Η ατροφική συνείδηση, η οικεία άγνοια, δεν επιτρέπει να διακρίνεις το έργο της πνευματικής παραγωγής από μια μίμηση ομιλίας δίχως νόημα. Ακόμα πιο κωμικό είναι να διατείνεται κάποιος πως κατέχει το τυπικό μιας γλώσσας όπως το συντακτικό ή το λεξιλόγιο, ενώ του διαφεύγει το ουσιαστικό, όπως το νόημα και η προθετικότητα.
Κι εδώ, ερχόμαστε στις πιο τραγικές πτυχές της ζωής μας. Οι λεγόμενοι «ενήλικες» που ανησυχούν “για τους νέους” είναι οι ίδιοι τυπικοί χρήστες των μηχανών παραγωγής κειμένου με πληρωμένα ακάουντ. Έχοντας φάει τα νιάτα τους, μαθαίνοντας να «μιλούν» ξύλινα και να κάνουν ανόητα πράγματα με το ζόρι, τώρα βλέπουν τις ανοησίες που αναπαράγουν, να μπορεί να τις ανα-παράγει αβάδιστα μια μηχανή. Μουδιάζουν και παγώνουν όταν αντιλαμβάνονται την τετελεσμένη ανάθεση. Τι ρόλος απομένει για τους ανθρώπους αυτούς; Να γραφτούν σε καμιά νεο-φασιστική οργάνωση – που θα ξεπροβάλλει σίγουρα – του τύπου ΑΕΜ «Ανθρώποι Εναντίον Μηχανών» το πρωί… και το βράδυ να τρέχουν στις μηχανές παραγωγής κειμένου για να τους γράψουν τι να πουν.
Όπως έχουν επισημάνει οι γλωσσολόγοι, οι μηχανές, ούτε μιλούν, ούτε κατανοούν τα λεγόμενα, αλλά συνθέτουν τις πιο πιθανές προτάσεις με κριτήριο τις ανθρώπινες προκαταλήψεις. Τι εννοούν αυτοί οι κύριοι;
Αν η λέξη αλγόριθμος σας παραπέμπει σε πόνο στο στομάχι, θα μπορούσατε ίσως να αντιληφθείτε πώς λειτουργούν οι μηχανές ως εξής. Οι μηχανές αυτές συλλέγουν τόσο το καταγεγραμμένο λεξιλόγιο και ήδη διατυπωμένες προτάσεις (αναμνηστικές) και τις παρουσιάζουν με βάση τις πιθανότητες εμφάνισης τους στην πρόσφατη ιστορική συγκυρία της ομιλίας. Δεν παράγουν προτάσεις, αλλά ανακαλούν το ήδη λεγμένο. Κολακεύουν τον κοινό νου. Προβλέπουν τι περιμένει να ακούσει κάποιος πριν θέσει την ερώτηση, τι είναι έτοιμος να ακούσει.
Το τελικό προϊόν δεν έχει ούτε σημασία, ούτε νόημα: είναι μια τεχνητή γλώσσα που το κείμενο συμπληρώνει η επιθυμία μας να προβλέψουμε το ήδη γνωστό. Ένα ψαχτήρι προ-ταιριασμένων ψυχολογικών προθέσεων. Ποιότητας ταβάνι ιντερνετ.
Τώρα, για να πουλήσει το προϊόν, βάλαν και μια ταμπέλα «τεχνητή νοημοσύνη», βασιζόμενοι στην γενική αμάθεια, την απληστία, και κυρίως στις ενοχές του καταναλωτή. Ίσως να κερδίζουν αρκετά χρήματα για να πληρώσουν το ρεύμα, ίσως και κάτι παραπάνω. Καλώς έπραξαν με βάση το συμφέρον τους.
Κατά λάθος όμως, προσέφεραν και μια πολύτιμη υπηρεσία στην κοινωνία. Έδειξαν πόσο λίγο (ως και καθόλου) πνευματικό έργο παράγεται σε σχέση με πόσο αναπαράγεται. Σε τέτοιο βαθμό, που συγχέουμε την αναπαραγωγή με την παραγωγή, το διάλογο με τη σηματοδοσία. Τι ακριβώς μαθαίνουμε στις ακαδημίες και στα σχολεία; Αναπαράγουμε βαρετά στερεότυπα ή κάνουμε επιστήμη; Είναι το ακαδημαϊκό κατεστημένο επιστημονικός φορέας ή μια τυπική μηχανή παραγωγής ασήμαντων πτυχίων; Πόσο μου μοιάζει το τσατ τζι-πι-τι;
Την επόμενη φορά που κάποιος σας απαντήσει “μηχανικά” ίσως αξίζει να απορήσετε: Ποια ήταν η ερώτηση που του κάνατε; Πόσο αδιάφορη ήταν;